Νυχτερινή ενούρηση στα παιδιά

Χρήσιμες πληροφορίες για τη νυχτερινή ενούρηση

Η νυχτερινή ενούρηση χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη ακούσια απώλεια ούρων κατά τη διάρκεια του ύπνου σε άτομα ηλικίας άνω των 5 ετών. Εμφανίζεται συχνότερα σε παιδιά, αλλά και σε εφήβους ή ενήλικες και μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα άγχους, ντροπής και μειωμένης αυτοεκτίμησης.Είναι γνωστή και ως ακράτεια ούρων κατά τη νύχτα και μπορεί να συμβεί στη διάρκεια οποιουδήποτε σταδίου ύπνου, αν και συχνότερα παρατηρείται τις πρώτες ώρες του νυχτερινού ύπνου. Η νυχτερινή ενούρηση μπορεί να προκληθεί από:

  • Κληρονομικότητα (οικογενειακό ιστορικό).
  • Ανεπαρκής παραγωγή αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH) κατά τη νύχτα.
  • Υπερδραστηριότητα της ουροδόχου κύστης.
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης του νευρικού συστήματος.
  • Καθυστερημένη ανάπτυξη του ουροποιητικού συστήματος.
  • Ψυχολογικοί παράγοντες: άγχος ή στρες(πχ. αλλαγές στο οικογενειακό περιβάλλον, σχολικές απαιτήσεις ή η γέννηση νέου μέλους στην οικογένεια).
  • Τραυματικές εμπειρίες (ψυχολογικά τραύματα ή συναισθηματική πίεση)
  • Υποκείμενες ιατρικές καταστάσεις (π.χ. λοιμώξεις ουροποιητικού, διαβήτης, δυσκοιλιότητα).
  • Διαταραχές ύπνου (δυσκολία στην έγερση από τον ύπνο).
  • Διαταραχές της προσοχής με υπερκινητικότητα (ADHD).
  • Διαταραχές στα πλαίσια της αυτιστικής συμπεριφοράς (ASD).
  • Εναντιωματική – Προκλητική διαταραχή(ODD).
  • Διάφορες νοσηρές καταστάσεις (Παχυσαρκία).
  • Απόφραξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού, όπως από αδενοειδείς εκβλαστήσεις ή παχυσαρκία (παιδιά που ροχαλίζουν).

Η ενούρηση διακρίνεται σε πρωτοπαθή (όταν δεν έχει υπάρξει ποτέ πλήρης έλεγχος της λειτουργίας της κύστης) και δευτεροπαθής (όταν ξεκινά μετά από μια περίοδο εγκράτειας τουλάχιστον 6 μηνών). Το 80% των ενουρητικών παιδιών εμφανίζουν πρωτοπαθή και το 20% δευτεροπαθή ενούρηση. Τα παιδιά με πρωτοπαθή ενούρηση έχουν συχνά θετικό οικογενειακό ιστορικό.

Η δευτεροπαθής ενούρηση μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Μπορεί να σχετίζεται με αυξημένη παραγωγή ούρων λόγω χρήσης διουρητικών, λήψη καφεΐνης, δυσλειτουργίας στην ικανότητα συγκέντρωσης ούρων, ψυχοκοινωνικών παραγόντων (π.χ. διαζύγιο, απώλεια), υπνική άπνοια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, άνοια, επιληπτικές κρίσεις και χρόνια δυσκοιλιότητα.

Η δευτεροπαθής ενούρηση διακρίνεται σε Μονοσυμπτωματική, όταν δεν υπάρχουν άλλα συνοδά συμπτώματα και σε Μη Μονοσυμπτωματική ή Επιπεπλεγμένη, όταν υπάρχει συμπτωματολογία σχετιζόμενη με δυσλειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος ή γενικότερη παθολογία.

Η νυκτερινή ενούρηση απασχολεί το 20% των παιδιών στα 5 έτη ζωής, το 15,5% στα 7,5 έτη, το 5% στα 10 έτη, το 1-2% στα 15 έτη, ενώ στο 1% συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Εμφανίζεται συχνότερα στα αγόρια με αναλογία 2:1.Το 20-30% των παιδιών με νυκτερινή ενούρηση εμφανίζουν τουλάχιστον μία ψυχολογική/ψυχική διαταραχή. Το αντίστοιχο ποσοστό των παιδιών με ημερήσια απώλεια ούρων αγγίζει το 20-40%, ενώ αυξάνεται στο 30-50%, όταν η ενούρηση συνοδεύεται κι από εγκόπριση.

Η ενούρηση μπορεί να επηρεάσει την αυτοπεποίθηση του παιδιού, να προκαλέσει άγχος ή ντροπή και να οδηγήσει σε αποφυγή κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπως διανυκτερεύσεις. Αποτελεί αρνητικό παράγοντα στην κοινωνικοποίηση του παιδιού, αλλά και στην ψυχοκοινωνική του εξέλιξη. Ενδέχεται να πέσει θύμα bullying και στιγματισμού στο σχολείο και να αναπτύξει χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης.

Η νυχτερινή ενούρηση δεν οφείλεται σε κακή συμπεριφορά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με επικρίσεις.Είναι φυσιολογικό για παιδιά έως περίπου 5-6 ετών να έχουν επεισόδια νυχτερινής ενούρησης, καθώς η ανάπτυξη του ουροποιητικού συστήματος και του ελέγχου της κύστης δεν έχει ολοκληρωθεί. Η πλειοψηφία των παιδιών ξεπερνά τη νυχτερινή ενούρηση χωρίς παρέμβαση, καθώς μεγαλώνουν.

Η κατάσταση θεωρείται σοβαρή όταν η ενούρηση εμφανίζεται 4-5 νύχτες/εβδομάδα, όταν συνεχίζεται μετά την ηλικία των 6-7 ετών, όταν εμφανίζεται ξαφνικά μετά από μεγάλο διάστημα χωρίς επεισόδια,όταν υπάρχουν άλλα συμπτώματα (πόνος, αίμα στα ούρα, απώλεια βάρους ή έντονη δίψα) ή όταν το πρόβλημα προκαλεί έντονη ψυχολογική επιβάρυνση στο παιδί ή την οικογένεια. Είναι ένα ιατρικό ζήτημα και πρέπει να αντιμετωπίζεται με κατανόηση και υποστήριξη.

Η διάγνωση της νυχτερινής ενούρησης περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση που συνδυάζει το ιατρικό ιστορικό(χρονική έναρξη της ενούρησης, ουρολογικές λοιμώξεις, οικογενειακό ιστορικό, ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, συνυπάρχουσες παθήσεις), την κλινική εξέταση (γενική υγεία και ανάπτυξη, κοιλιακή εξέταση, ουρογεννητικό σύστημα), ημερολόγιο ούρησης (καταγραφή για 1-2 εβδομάδες της συχνότητας και ποσότητας ούρησης κατά τη μέρα και τη νύχτα, της πρόσληψης υγρών και των επεισοδίων ακράτειας), διαγνωστικές εξετάσεις (γενική εξέταση ούρων, υπερηχογράφημα ουροποιητικού συστήματος, μέτρηση υπολείμματος ούρων, ουροδυναμικός έλεγχος, αιματολογικές εξετάσεις).

Η θεραπεία περιλαμβάνει:

  • Περιορισμό υγρών πριν τον ύπνο και τροφίμων/ποτών με καφεΐνη/ζάχαρη.
  • Ενθάρρυνση για ούρηση πριν τον ύπνο και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
  • Εκπαίδευση ουροδόχου κύστηςμε ασκήσεις που βοηθούν στην αύξηση της χωρητικότητας της κύστης και στη βελτίωση του ελέγχου.
  • Σταθερό ωράριο ύπνου για την σταθερότητα του βιολογικού ρολογιού.
  • Χρήση συσκευών συναγερμού (ξυπνητήρι ενούρησης).
  • Φαρμακευτική αγωγή
  • Αντιμετώπιση υποκείμενων αιτιών, όπως λοιμώξεις ή δυσκοιλιότητα.
  • Πιθανή αξιολόγηση από ειδικό ψυχικής υγείας
  • Μέτρα που εξατομικεύονται κατά περίπτωση.

Η θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης εξαρτάται από την ηλικία του ατόμου, τη συχνότητα των επεισοδίων και τα υποκείμενα αίτια. Ο στόχος είναι η μείωση ή εξάλειψη των επεισοδίων, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ατόμου.
εργοθεραπευτές στον χώρο σας στην Αθήνα

Written by 

Αφήστε μια απάντηση